Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημοτικό τραγούδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημοτικό τραγούδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Δημοτικά τραγούδια

Nίκη Μπιτάκου
Δημοτικά Τραγούδια 2017

Η μάγισσα [Δημοτικό τραγούδι]

Μαύρα μου χελιδόνια απ’ την έρημο,
κι άσπρα μου περιστέρια της ακρογιαλιάς,
αυτού ψηλά που πάτε κατ’ τον τόπο μου,
μηλιά ’χω στην αυλή μου και κονέψετε,
και πείτε της καλής μου, της γυναίκας μου:
Θέλει καλόγρια ας γίνει, θέλει ας παντρευτεί,
θέλει τα ρούχα ας βάψει, μαύρα να ντυθεί,
να μη με παντυχαίνει, μη με καρτερεί.
Τι εμένα με παντρέψαν δω στην Αρμενιά,
και πήρα Αρμενοπούλα, μάγισσας παιδί,
οπού μαγεύει τ’ άστρη και τον ουρανό,
μαγεύει τα πουλάκια και δεν απετούν,
μαγεύει τα ποτάμια και δεν τρέχουνε,
τη θάλασσα μαγεύει και δεν κυματεί,
μαγεύει τα καράβια και δεν αρμενούν,
μαγεύει με κι εμένα και δεν έρχομαι.
Όντας κινάω για νά ’ρθω, χιόνια και βροχές,
κι όντας γυρίζω πίσω, ήλιος ξαστεριά.
Σελλώνω τ’ άλογό μου, ξεσελλώνεται,
ζώνομαι το σπαθί μου και ξεζώνεται,
πιάνω γραφή να γράψω και ξεγράφεται.

·       Ποιητικό υποκείμενο και αφηγητής της ιστορίας είναι ο νεαρός ήρωας που βρίσκεται παντρεμένος στην Αρμενία μακριά από τη γυναίκα του.Η κόρη της μάγισσας που γίνεται γυναίκα του ήρωα με τη βοήθεια της μαγείας.Η γυναίκα του νέου, που δεν γνωρίζει ακόμη την τύχη του συζύγου της.Προσωποποιημένα παρουσιάζονται τα χελιδόνια και τα περιστέρα, τα οποία καλούνται από τον ήρωα να μεταφέρουν στη γυναίκα του την είδηση για τον γάμο του στην ξενιτιά.

·       Η γυναίκα του ήρωα, η καλή του, όπως τη χαρακτηρίζει, βρίσκεται χωρίς εκείνον στην πατρίδα, μη γνωρίζοντας τίποτε για την τύχη του, να τον περιμένει καρτερικά. Παρά το γεγονός ότι η απουσία του θα μπορούσε να σημαίνει πως εκείνος είναι ακόμη και νεκρός, η γυναίκα του τον περιμένει υπομονετικά, χωρίς να αλλάζει τίποτα στη ζωή της, εφόσον σε ό,τι την αφορά εκείνος είναι ζωντανός και είναι πάντοτε ο σύζυγός της.
·       Η γυναίκα-μάγισσα παρουσιάζεται ως υπερβολικά ισχυρή, εφόσον μπορεί να έχει υπό τον έλεγχό της κάθε ζωντανό πλάσμα, μεταξύ αυτών και τον ήρωα, αλλά και όλα τα στοιχεία της φύσης. Ο ήρωας δεν δίνει για εκείνη κάποιον αξιολογικό χαρακτηρισμό, πέρα από το γεγονός ότι βρίσκεται εξαναγκαστικά εκεί εξαιτίας των μαγικών της δυνάμεων, γεγονός που υποδηλώνει πως η γυναίκα αυτή δεν έχει τον αναγκαίο σεβασμό απέναντι στις επιθυμίες του άντρα που έχει καθηλώσει στη χώρα της.
·       Αδιαφορεί για το γεγονός ότι αυτός έχει δική του οικογένεια στην πατρίδα του και τον εμποδίζει με κάθε τρόπο, όταν αυτός επιχειρεί να φύγει από την Αρμενία. Πρόκειται, άρα, για μια γυναίκα που εκμεταλλεύεται τις δυνάμεις της προκειμένου να επιτύχει τους ιδιοτελείς σκοπούς της.
·       Το στερεότυπο της απόλυτα πιστής συζύγου που περιμένει τον άνδρα της, για όσο καιρό κι αν αυτός λείπει, χωρίς να προχωρά τη δική της ζωή, αποτελούσε σε μεγάλο βαθμό μια επιβεβλημένη κατάσταση για τις γυναίκες παλαιότερων εποχών. Οι γυναίκες, άλλωστε, βρίσκονταν υπό το διαρκή έλεγχο του κοινωνικού τους περίγυρου, οπότε δεν είχαν τη δυνατότητα να αψηφήσουν τη συζυγική τους ταυτότητα, χωρίς να δεχτούν αυστηρές επικρίσεις.
·       Η γυναίκα αυτή, επομένως, περιμένει καρτερικά, και θα μπορέσει να αλλάξει κάπως τη ζωή της, μόνο όταν θα λάβει την άδεια του συζύγου της, ο οποίος της δίνει μερικές εναλλακτικές επιλογές (νέος γάμος, χηρεία, μοναχικός βίος). Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως η γυναίκα βρισκόταν είτε υπό τον έλεγχο του πατέρα της είτε υπό τον έλεγχο του συζύγου της, και δεν είχε το δικαίωμα να λαμβάνει πρωτοβουλίες, ούτε για την ίδια της τη ζωή.
·       Το στερεότυπο της μάγισσας έχει προκύψει από τα ίδια δεδομένα καταπίεσης και ασφυκτικού ελέγχου των γυναικών. Εφόσον μόνο οι άνδρες είχαν τη δυνατότητα να λαμβάνουν αποφάσεις για τη μοίρα της οικογένειάς τους, οι γυναίκες έμεναν περιορισμένες στο ρόλο του εκτελεστή οδηγιών. Κλεισμένες στο σπίτι και ανήμπορες να αναλάβουν κατά δημόσιο τρόπο δράση, κατέφευγαν σε παρασκηνιακές ενέργειες και σε ό,τι θα μπορούσε να τους δημιουργήσει την ψευδαίσθηση έστω πως έχουν κάποιον έλεγχο πάνω στη ζωή τους. Τα μάγια προέκυψαν ακριβώς μέσα από αυτό το παρασκηνιακό πλαίσιο δράσης κι από τη διαρκή επιθυμία των γυναικών να λάβουν κι αυτές το δικαίωμα να επηρεάζουν καταστάσεις και ανθρώπους.
·        Πατώντας στην αμάθεια, στο φόβο και στις προκαταλήψεις των ανθρώπων της εποχής τους, ορισμένες γυναίκες ισχυρίζονταν πως μπορούσαν να ελέγξουν τους άλλους με μαγικά ξόρκια, φίλτρα και κατάρες∙ στοιχεία που δεν απαιτούσαν ούτε σωματική ρώμη, μα ούτε και κοινωνική αναγνώριση, που αποτελούσαν τη βάση της ισχύος των ανδρών. Με όχημα το φόβο της άγνοιας, επομένως, στα παλαιότερα χρόνια βρήκαν την ευκαιρία κάποιες γυναίκες να διεκδικήσουν για τον εαυτό τους ένα μερίδιο δύναμης, εφόσον ο κόσμος τις αντιμετώπιζε με δέος και έτρεμε την οργή τους.
·       Ας προσεχθεί, βέβαια, πως η ισχυρότερη δύναμη των γυναικών, η ερωτική έλξη που ασκούσαν στους άνδρες, αποδιδόταν αρκετά συχνά σε παρέμβαση μαγείας, ιδίως όταν ο άνδρας-θύμα ήταν παντρεμένος ή συσχετιζόταν με μια γυναίκα που δεν βρισκόταν σε αντάξια για εκείνον κοινωνική θέση. Αφού ούτε η συνειδητή μοιχεία μπορούσε να γίνει αποδεκτή, αλλά ούτε κι ένας νέος άντρας να έλκεται από μία μεγαλύτερη γυναίκα ή ένας πλούσιος από μία φτωχή, η υποτιθέμενη παρέμβαση μαγείας προσέφερε μια βολική εξήγηση. 








Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

Ξενιτεμένο μου πουλί (Στίχοι)


  Ξενιτεμένο μου πουλί  (Στίχοι)   

Περιοχή:   Ήπειρος

Ξενιτεμένο πουλί
και παραπονεμένο
μωρέ ξένε μου
και παραπονεμένο.

Η ξενιτιά σε χαίρεται
κι εγώ έχω τον καημό σου
μωρέ ξένε μου
κι εγώ έχω τον καημό σου.

Τι να σου στείλω ξένε μου
ν’ αυτού στα ξένα πού ‘σαι
μωρέ ξένε μου
ν’ αυτού στα ξένα πού ‘σαι.

Να στείλω μήλο σέπεται
κυδώνι μαραγκιάζει
μωρέ ξένε μου
κυδώνι μαραγκιάζει.

Να στείλω και το δάκρυ μου
σ’ ένα χρυσό μαντήλι
μωρέ ξένε μου
σ’ ένα χρυσό μαντήλι.

Το δάκρυ μου ‘ναι καυτερό
και καίει το μαντήλι
μωρέ ξένε μου
και καίει το μαντήλι.

Λόγοι δημιουργίας τραγουδιών ξενιτιάς

Λόγοι δημιουργίας τραγουδιών ξενιτιάς

Ο ξενιτεμός είναι πολύ παλιός πόνος για τον Έλληνα. Η άγονη γη του, που τα λιγοστά αγαθά της δεν έφταναν να τον θρέψουν, αλλά και λόγοι πολιτικοί και κοινωνικοί, πολλές φορές, από τα αρχαία χρόνια, τον ανάγκασαν να ξενιτευτεί. Άνθρωποι από κάθε γωνιά της ελληνικής γης, στεριανοί και νησιώτες, ποτάμι ασταμάτητο μέσα στους αιώνες, ξεκίνησαν με βαριά καρδιά για τα «έρημα τα ξένα».

Τα περισσότερα από τα δημοτικά μας τραγούδια της ξενιτιάς είναι από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Τότε πάλι οι Έλληνες, κυνηγημένοι από τη φτώχεια και τους κατατρεγμούς του αλλόθρησκου τυράννου, έπαιρναν το δύσκολο δρόμο του ξενιτεμού, με την άσβηστη ελπίδα να γυρίσουν κάποτε στην πατρίδα τους και ν’ αναπαυτούν στα χώματά της.

Γι’ αυτό η αναχώρηση ήταν ένα μεγάλο θλιβερό γεγονός. Όλοι οι συγγενείς μαζεύονταν στο γεύμα του αποχωρισμού. Βαρύς ήταν ο πόνος αυτού που έφευγε, βαρύς κι ο πόνος αυτών που τον ξεπροβόδιζαν, και ξεσπούσε σε τραγούδια λυπητερά. Από κείνη κιόλας τη μέρα του αποχαιρετισμού τα συγγενικά πρόσωπα που μένουν στην πατρίδα, μ’ άλλα τραγούδια, λυπητερά κι εκείνα, γεμάτα πάθος και συγκίνηση, θρηνούν το γιο, τον αδελφό, τον αγαπημένο που ζει στα «μαύρα ξένα».

Ο ίδιος ο ξενιτεμένος περνά μαύρη ζωή. Η ξένη χώρα όπου βρίσκεται είναι τόπος αφάνταστα μακρινός, γεμάτος δυστυχία και βάσανα. Πολλοί κίνδυνοι τον παραμονεύουν, μοναξιά, αρρώστιες, θάνατος στα ξένα, μάγισσες που του κόβουν το δρόμο του γυρισμού, πάνω απ’ όλα όμως κυριαρχεί μέσα του η αβάσταχτη νοσταλγία για την πατρική γη και τ’ αγαπημένα πρόσωπα. Σπάνια τύχη ο γυρισμός και μεγάλη χαρά.

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Ο Βασιλιάς (στίχοι)

Κόρη ανθούς εμάζωνε 
κι ανθούς εκορφωλόγα,
και στα κορφωλογήματα 
ο βασιλιάς επέρνα.

Δυο ρόδα της εζήτηξε 
και τέσσερα του δίδει,
κι ο βασιλιάς της χάρισε 
διαμάντι δαχτυλίδι.
Η μάνα τζη εμίλησε 
απού το παραθύρι.

Μωρή βρωμιά μωρή σκυλιά 
μωρή μαγαρισμένη.
Πε μου και δεν εντράπηκες 
να πάρεις δαχτυλίδι.

Απού 'χεις δώδεκα αδερφούς 
και δεκαεφτά ξαδέρφια,
έχεις κι αρραβωνιαστικό 
που πολεμά στα ξένα.

Εδά που θα ρθω θα το πω 
να δεις 'ντα θα σου κάνουν,
όλοι εκοντοσιμώνανε 
κι η μάνα τους το λέει.

Την δέρνουν δώδεκα αδερφοί 
και δεκαεφτά ξαδερφιά,
κι η μάνα και ο κύρης τση 
με τα σιδεροστάρια.

Και το κοντοβασίλεμα 
εψυχωμάχε η κόρη,
και η μάνα τση τη ρώτανε 
τι θέλεις να σου βάλω.

Θέλεις τα βα θελεις τα θα 
θέλεις τα βελουδένια,
γή θες τα χρυσοπράσινα 
που σου φερενε ο Γιάννης.
Μηδε τα βα μήδε τα θα 
μήδε τα βελουδένια,
μήδε τα χρυσοπράσινα 
που μου φερεν ο Γιάννης.

Θέλω το ρουχαλάκι μου 
τούτο το ματωμένο,
το άσπρο φουστανάκι μου 
το ματωβουρομένο.
Για να περάσει ο βασιλιάς 
και να το μάθει η χώρα,
πως μ' αδικοσκοτώσατε 
για ένα ματσάκι ρόδα.